ΑΝΟΙΚΤΑ  9.00 - 16.00

19ος αιώνας μετά την ένωση

Συντάχθηκε απο τον Δρ. Αθανάσιος Χρήστου

Ζωγραφική

Η Ένωση με την Ελλάδα το 1864 έχει ως αποτέλεσμα να ανοίξει ένα καινούριο κεφάλαιο για την κερκυραϊκή τέχνη. Οι καλλιτεχνικές σπουδές, μετά την μεγάλη άνθιση των αρχών του 19ου αιώνα με τη δημιουργία της σχολής του Παύλου Προσαλέντη του πρεσβύτερου, υποβαθμίζονται σε μεγάλο βαθμό. Η κατάργηση μετά την Ένωση του εκπαιδευτικού αυτού ιδρύματος δημιουργεί το πρώτο ρήγμα, το οποίο δεν είναι απ’ ότι φαίνεται σε θέση να αναπληρώσουν οι διάφορες ιδιωτικές σχολές που αρχίζουν να λειτουργούν, στο χώρο της Κέρκυρας, στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Ο προσανατολισμός από την άλλη για σπουδές όχι πια μόνο στις μεγάλες ιταλικές πόλεις αλλά και στο Σχολείον των Τεχνών της Αθήνας, το οποίο την εποχή αυτή κυριαρχείται από τις αναζητήσεις της Σχολής του Μονάχου, φαίνεται ότι ως ένα βαθμό παίζει και αυτός το ρόλο του και συντελεί στην αλλαγή της φυσιογνωμίας της. Παράλληλα φαίνεται ότι σημαντικά συμβάλλει και ο περιορισμός των παραγγελιοδοτών και η κατά συνέπεια μείωση των οικονομικών μέσων που έχουν στη διάθεσή τους οι καλλιτέχνες. Σημαντική είναι η παρατήρηση που δίνει μία εξήγηση τουλάχιστον σε ότι αφορά τη θρησκευτική ζωγραφική τονίζοντας ότι αυτή οφείλεται «στον περιορισμό της ζήτησης εικόνων για εκκλησίες που, λόγω και του σχετικά μικρού μεγέθους τους, είχαν ήδη κορεσθεί από άποψη διακόσμου»1 . Απόρροια του γεγονότος αυτού είναι η αλλαγή της θεματογραφίας και η μετακίνηση πολλών προικισμένων δημιουργών που εγκαταλείπουν το νησί για να εγκατασταθούν είτε στην πρωτεύουσα, όπου θα διαπρέψουν, είτε και εκτός ελληνικού χώρου. Σημαντικός προορισμός αυτών των τελευταίων είναι η ελληνική παροικία της Αιγύπτου, στην οποία θα βρουν το κατάλληλο κοινό και τα οικονομικά μέσα για να εργαστούν. Ο Παύλος Προσαλέντης ο νεότερος, ο Περικλής Τσιριγώτης, ο Σπυρίδων Σκαρβέλης, ο Ανδρέας Βρανάς για να αναφέρουμε μερικούς μόνο περνούν από την Αίγυπτο και ζουν εκεί μεγάλο μέρος της ζωής τους δίνοντας σημαντικά έργα. Από την άλλη πλευρά καλλιτέχνες, όπως ο Σπυρίδων Προσαλέντης, ο Αιμίλιος Προσαλέντης, ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης, εργαζόμενοι στην Αθήνα οι περισσότεροι, απογαλακτίζονται σταδιακά από τις αναζητήσεις της επτανησιακής σχολής του περασμένου αιώνα. Με τον τρόπο αυτό ωστόσο αποδυναμώνεται σε μεγάλο βαθμό η ντόπια παραγωγή και υποβαθμίζεται συχνά η ποιότητα των προσπαθειών των καλλιτεχνών στην Κέρκυρα, αφού οι δυσκολίες είναι μεγάλες, το κοινό  μικρό, τα μέσα πενιχρά. Ο Σπυρίδων Προσαλέντης (1830-1895), γιος του γλύπτη Παύλου Προσαλέντη, με σπουδές κοντά στον πατέρα του και ακολούθως στη Βενετία, μένει προσκολλημένος στα πρότυπα της ιταλικής ζωγραφικής δίνοντας έμφαση στα εξωτερικά περιγραφικά χαρακτηριστικά, τις τονισμένες κινήσεις και τα βαρειά χρώματα. Σημαντικός δημιουργός του 19ου αιώνα είναι ο Χαράλαμπος Παχής (1844-1891) από τους πρώτους καλλιτέχνες που συνδυάζει τύπους της δυτικής ζωγραφικής με λαϊκότροπα στοιχεία δίνοντας συνθέσεις που διακρίνονται για την εκφραστική τους δύναμη και την ευρύτητα των αναζητήσεών τους. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι εμφανή σε έργα όπως η «Δολοφονία του Καποδίστρια» και η «Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα», στα οποία συνδυάζονται με αρμονικό τρόπο περιγραφικά στοιχεία και αρχιτεκτονικά σύνολα, ρεαλιστική περιγραφή και έντονες χειρονομίες, κάπως σκληρό σχέδιο και πλούσια χρωματική κλίμακα. Με τον Παύλο Προσαλέντη τον νεότερο (1857-1894), έχουμε έναν καλλιτέχνη , που μαζί με τον Σπυρίδωνα Σκαρβέλη (1868-1942) και τον Περικλή Τσιριγώτη (1865-1924) αποτελούν την τριάδα των δημιουργών που έζησαν και εργάστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αίγυπτο, γεγονός που ως ένα βαθμό επηρεάζει και τη θεματογραφία τους. Με σπουδές στην Κέρκυρα, τη Βενετία και το Παρίσι ο πρώτος ασχολείται κυρίως με την ηθογραφία. Στο έργο του διακρίνεται η σχεδιαστική του ευχέρεια και η χρωματική του ευαισθησία, η ελευθερία στο σχέδιο και τα ρέοντα περιγράμματα. Το έργο του  Σκαρβέλη, κινείται στα όρια του ιμπρεσσιονισμού με τη μικρή χαρακτηριστική πινελιά, την κυριαρχία του φωτός και των χρωματικών διαβαθμίσεων. Ο Τσιριγώτης, με σπουδές στην Ιταλία κινείται στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ζωγραφικής, με την έμφαση στις λεπτομέρειες, το καλοδουλεμένο σχέδιο και τη συνεργασία των χρωμάτων. Την ίδια εποχή εμφανίζεται και μία ιδιαίτερη προτίμηση, για πρώτη φορά στην ελληνική ζωγραφική, στην τεχνική της υδατογραφίας και πολλοί καλλιτέχνες στρέφονται αποκλειστικά σ’ αυτήν. Σ’ αυτήν την περιοχή της υδατογραφίας αναδεικνύονται επίσης σημαντικοί δημιουργοί. Ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης (1856-1932) και ο Αγγελος Γιαλλινάς (1857-1939) είναι οι δύο κορυφαίοι. Με σπουδές στη Μασσαλία και τη Ρώμη και με θητεία στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας ως καθηγητής στο μάθημα της κοσμηματογραφίας ο πρώτος συνδυάζει στα έργα του τη ρεαλιστική περιγραφή με την ιδεαλιστική διάθεση, ενώ ο δεύτερος καταγράφει με το έργο του τις ιδιομορφίες της ελληνικής φύσης και επηρεάζεται σε ένα βαθμό από τις εμπρεσσιονιστικές αναζητήσεις των Γάλλων με την ιδιαίτερη έμφαση στις εναλλαγές του φωτός και τη διαφάνεια του υλικού του. Με τον  Γεώργιο Σαμαρτζή (1868-1925), ζωγράφο με σπουδές στη Νεάπολη και τη Ρώμη, κλείνει ουσιαστικά ο κύκλος των κερκυραίων καλλιτεχνών που δίνουν το σημαντικότερο μέρος του έργου τους μέσα στον 19ο αιώνα. Με ανησυχίες που αγγίζουν όλες τις θεματογραφικές περιοχές, ο καλλιτέχνης κατορθώνει μέσα από το πλούσιο έργο του να ενσωματώσει και να αφομοιώσει στοιχεία και επιδράσεις που προέρχονται από τους δασκάλους του. Στις προσωπογραφίες του μένει σε περισσότερο ακαδημαϊκά πρότυπα με την χρήση των σκούρων χρωμάτων και την ακρίβεια του σχεδίου. Στα ηθογραφικά του έργα τον τόνο δίνουν οι πλούσιες χρωματικές διαβαθμίσεις και η αγάπη για το ανεκδοτολογικό, ενώ στα τοπία του ο καλλιτέχνης αναδεικνύει ως κυρίαρχα στοιχεία τη φωτεινότητα και την έμφαση στην απόδοση του στιγμιαίου και του μεταβλητού προσεγγίζοντας το ρεύμα του εμπρεσιονισμού. Κοντά στους καλλιτέχνες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, πολλοί ακόμη έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στην ανάπτυξη της ζωγραφικής κατά τη διάρκεια του 19ου αι. και συνέχισαν να δίνουν σημαντικό έργο και κατά τη διάρκεια του 20ου. Ανάμεσά τους ο δημιουργός του αντιγράφου της Ουρανίας του Αγίου Σπυρίδωνος του Παναγιώτη Δοξαρά, το 1851-2, Νικόλαος Ασπιώτης (1815-1891),  ο Σπυρίδων Πλατσαίος (1855-1920), ο Περικλής Κόλλας (1860-1883), ο Ανδρέας Βρανάς (1860-1933) είναι μερικοί μόνο από τους καλλιτέχνες που συνέχισαν τη δημιουργική πορεία της κερκυραϊκής ζωγραφικής.

Γλυπτική

Παρόλο που η σχολή του Παύλου Προσαλέντη έχει ήδη από την αρχή της λειτουργίας της πληθώρα σπουδαστών, ωστόσο μαθητές-συνεχιστές του έργου του δεν αναδεικνύονται. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη γλυπτική και η παράλληλη ενίσχυση του αριθμού των δημιουργών που στρέφονται προς τη ζωγραφική, μοιραία οδηγεί σε μαρασμό τη γλυπτική παραγωγή για αρκετά χρόνια. Σημαντικό ρόλο παίζουν ακόμη και οι καινούργιες πολιτικές συνθήκες, που διαμορφώθηκαν στα Ιόνια νησιά μετά την Ένωση με την Ελλάδα. Όπως έχει παρατηρηθεί «η Κέρκυρα θα πάψει να είναι η πρωτεύουσα του Ιονίου Κράτους και θα δει το Πανεπιστήμιό της και τη Βουλή της να κλείνουν μέσα στον ενθουσιασμό της Ενώσεως (1864). Στο εξής θα αποτελεί μια Νομαρχία του ελληνικού κράτους»2 . Οι συνέπειες της απουσίας καλλιτεχνών που να ασχολούνται με τη γλυπτική στον Ιόνιο χώρο, είναι εμφανείς, καθώς είναι αισθητή η απουσία γλυπτικών μνημείων από τους δημόσιους χώρους για μερικές δεκαετίες μετά τα μέσα του 19ου αι. Το ίδιο φαινόμενο  παρατηρείται ακόμη και στα κοιμητήρια, αφού από το 1860 και μετά στήνονται μεν επιτύμβια μνημεία, η μεγάλη πλειοψηφία τους όμως δεν προέρχεται από επτανήσιους γλύπτες, αλλά κυρίως από μεγάλα εργαστήρια της Αθήνας, Τις παραγγελίες επίσης για τα γλυπτά των δημόσιων χώρων μονοπωλούν επί σειρά ετών γλύπτες, που ζουν και εργάζονται κατά κύριο λόγο στην Αθήνα. Η κατάσταση αυτή ανατρέπεται, σε μικρό όμως βαθμό, από την παρουσία του Ευάγγελου Κάλλου στην Κέρκυρα, οποίος απορροφά ένα αρκετά μεγάλο μέρος των παραγγελιών, κυρίως για την κατασκευή επιτύμβιων. Η κατεύθυνση των νέων δημιουργών στην Αθήνα, προκειμένου να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους αναπόφευκτα συνεπάγεται τη γνωριμία τους με το κυρίαρχο ακόμη τότε καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής στην Ελλάδα, τον κλασικισμό. Γιατί παρ’ όλο που η Ευρώπη έχει την εποχή εκείνη ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό τα μηνύματα και τις αναζητήσεις του, η Ελλάδα, με την τόσο στενή σύνδεσή της με το παρελθόν, αναβιώνει πάντα τους τύπους του και ουσιαστικά αποδοκιμάζει κάθε νέα προσπάθεια. Θεματογραφικά το κέντρο βάρους μετατίθεται τώρα, από την ενασχόληση με τις προτομές και τους ανδριάντες των άγγλων Αρμοστών σε σημαντικά πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας και των τοπικών κοινωνιών, καθώς και σε ηρώα που διατηρούν ζωντανές τις μνήμες σημαντικών ιστορικών γεγονότων και νεκρών. Ταυτόχρονα, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, αρχίζει να αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς η επιτύμβια γλυπτική χάρη στην ίδρυση οργανωμένων κοιμητηρίων και την εξοικείωση των ντόπιων με την εικόνα του τάφου που φέρει διακόσμηση. Ο Ευάγγελος Κάλλος (1861-1931) μαθητής του Λεωνίδα Δρόση, του γλύπτη της Ακαδημίας Αθηνών, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, δημιουργεί πολλά επιτύμβια μνημεία, σημαντικότερα από τα οποία είναι αυτά  στους τάφους Bertha Fels (+1889) στο αγγλικό νεκροταφείο της Κέρκυρας και Κωνσταντίνου Παλιού (1879) και Γεράσιμου Ασπιώτη (1893) στο Δημοτικό νεκροταφείο της ίδιας πόλης. Στα επιτύμβια αυτά μνημεία διακρίνεται η προσπάθειά του να εντάξει γνωστούς τύπους του κλασικισμού, όπως το θρηνούν πνεύμα στον τάφο Fels και τις συμβολικές μορφές της Νύχτας και των παιδιών της, του Ύπνου και του Θανάτου, στον τάφο Παλιού και στο μνημείο Ασπιώτη. Είναι όλες προσπάθειες στις οποίες ο γλύπτης κατορθώνει να συνδυάσει την εσωτερική συγκίνηση με την τεχνική ολοκλήρωση, την εκφραστική δύναμη με τη σαφήνεια των αναζητήσεων. Στις προτομές του Νικόλαου Χαλικιόπουλου-Μάντζαρου και του φιλόσοφου Πέτρου Βράιλα-Αρμένη, διακρίνονται εύκολα οι επιδράσεις που έχει δεχτεί ο Κάλλος, αλλά και η πίστη του στον κλασικισμό. Η αυστηρότητα των μορφών, τα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά, η έμφαση στο εξωτερικό αποτελούν τα στοιχεία εκείνα, που καταδεικνύουν τους προσανατολισμούς και τα πιστεύω του καλλιτέχνη. Την ίδια χρονική περίοδο δραστηριοποιούνται στην Κέρκυρα μερικοί ακόμη γλύπτες, μέλη δύο οικογενειών, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με την επιτύμβια διακοσμητική γλυπτική Πρόκειται για την οικογένεια Κάλλου που θα δώσει στην επτανησιακή γλυπτική τον Γεώργιο (; -;),τον Ηρακλή (1869-1936), τον Γεράσιμο (1895-1964)  και τον Αδαμάντιο Κάλλο (;-;) και την οικογένεια Μπουχάγηαρ, με τον Φίλιππο και τον Ιωάννη. Κοντά σ’ αυτούς πρέπει να αναφερθεί και ο Στέφανος Καρδάμης, αυτοδίδακτος γλύπτης, από τον Κάτω Γαρούνα της Κέρκυρας, ο οποίος, εκτός των άλλων, θα μας δώσει ένα σημαντικότατο μνημείο, έναν «Κοιμώμενο» (1903),  στον τάφο του πατέρα του στη γενέτειρά του. Μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864 αρχίζει και η εισβολή των νεοελληνικών εργαστηρίων γλυπτικής στο χώρο της Κέρκυρας. Πρόκειται για τα αθηναϊκά κυρίως εργαστήρια μαρμαρογλυπτικής, που έρχονται να καλύψουν πρωταρχικά τις ανάγκες για επιτύμβια μνημεία και κατά δεύτερο λόγο να δημιουργήσουν έργα για τους δημόσιους χώρους. Ο Christian Siegel (1808-1883) δημιουργεί τους δίδυμους φανοστάτες εκατέρωθεν της εισόδου του θερινού ανακτόρου των άγγλων Αρμοστών στην Κέρκυρα, του Mon Repos δίνοντας κυρίως διακοσμητικά θέματα. Οι αδελφοί Μαλακατέ, ο Ιάκωβος (Γιακουμής) (;-1903) και ο Φραγκίσκος (;-1914), κατασκευάζουν τρία ανάγλυφά στους τάφους Ιωάννη Δαλιέτου (+1884) στο Δημοτικό νεκροταφείο Κέρκυρας και Alfred Ridell στο καθολικό νεκροταφείο της ίδιας πόλης καθώς και στο ηρώο πεσόντων στο χωριό Γαστούρι, με στοιχεία που επηρεάζονται αναμφίβολα, από την καλλιτεχνική δημιουργία του Canova. Ο Λεωνίδας Δρόσης (1834-1882), ο γλύπτης της Ακαδημίας, δημιουργεί τον ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια, πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ο ανδριάντας είναι περίοπτος, με έντονα τα πλαστικά στοιχεία και με έμφαση όχι στη ρεαλιστική περιγραφή αλλά στα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά της μορφής, τα οποία τονίζονται ακόμη περισσότερο με την τοποθέτησή του ψηλά και την απομάκρυνσή του από το θεατή. Η εντύπωση αυτή επιτείνεται επίσης από το βλέμμα, που κοιτά μακριά, και την έμφαση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά.Ο Κοσμάς Απέργης δίνει τον ανδριάντα του κόμη Guilford (1883), ιδρυτή της Ιονίου Ακαδημίας. Γενικά, πρόκειται για ένα έργο που, ενώ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί και να αποδώσει ως ένα βαθμό τα ρεαλιστικά χαρακτηριστικά του προσώπου, δεν αποφεύγει ωστόσο τις αναφορές σε κλασικιστικά πρότυπα, με τη στιβαρότητα της μορφής και την έμφαση στην αυστηρή οργάνωση και την κλειστή σύνθεση.Ο Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938), έγκλειστος στο ψυχιατρείο του νησιού, αφήνει πίσω του μία μικρών διαστάσεων  προτομή ανδρός, γλυπτό, που δεν αποκλείεται να αποτελεί την αυτοπροσωπογραφία του. Το επάνω μέρος του προσώπου αποδίδεται με σεβασμό στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, με το φαλακρό κρανίο, τις ρυτίδες στο μέτωπο και τα κάπως μεγάλα αυτιά. Δίπλα σ’ αυτούς πολλοί ακόμη καλλιτέχνες δίνουν έργα κυρίως στον κοιμητηριακό χώρο. Ο Νικόλαος Βιτάλης, την ταφική πλάκα στον τάφο Μαρίας Δελβινιώτη (+1863) στο Δημοτικό νεκροταφείο Κέρκυρας, ο Στέφανος Βαρούτης την επιτύμβια ανθεμωτή στήλη στον τάφο Αριστοτέλη Σταματόπουλου (+1869) στο νεκροταφείο του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα, ο Δ. Θεοδώρου την επιτύμβια ανθεμωτή στήλη με τεφροδόχο στον τάφο Καλλιόπης Δαμασκηνού (+1877), την επιτύμβια πλάκα στον τάφο Ιουλίας Λαβράνου (+1881) και δύο ταφικές στήλες στον τάφο Δημομήτζη στο ίδιο νεκροταφείο, ο Ιωάννης Βιτάλης την προτομή της Νίτσας Σαούλη στο Δημοτικό νεκροταφείο Κέρκυρας. Μία μικρή αναφορά είναι απαραίτητη στο πιο ολοκληρωμένο δείγμα όψιμου κλασικισμού στα Ιόνια νησιά αλλά και γενικότερα στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Είναι το γνωστό ανάκτορο του Αχιλλείου στο οποίο κυριαρχούν εκτός των άλλων γλυπτά όπως ο «Θνήσκων Αχιλλέας», έργο του Ernst Herter, ο «Νικητής Αχιλλέας» έργο του J. G. Gotz, το άγαλμα της Ελισάβετ, έργο του Ed. Hallemer, και σημαντικότερο όλων το μοναδικό έργο του Canova που υπάρχει στην Ελλάδα και είναι στημένο στο περιστύλιο των Μουσών παίζοντας το ρόλο της μίας από τις τρεις Χάριτες.  
  1Α. Χαραλαμπίδης, “Η ζωγραφική στα Επτάνησα. 18ος – 19ος αιώνας”, Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια. Τέσσερις αιώνες ελληνικής ζωγραφικής, Αθήνα 1999, σσ. 59-60. 2.Καραπιδάκης Νίκος, Τα μεταβυζαντινά και νεώτερα χρόνια (14ος-19ος αι.), στο: Ιόνιον Φως, Κέρκυρα 1993, σ. 29.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Παλαιά Ανάκτορα (Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου)
Κέρκυρα 491 00, Ελλάδα
Τηλ:2661 048690

News & Press

Press Room
CM News